Τρίτη 28 Ιουνίου 2016

AΔΕΙΕΣ ΑΡΕΝΕΣ

Θλιμμένα πρόσωπα σ' άδειες αρένες
προσπερνούν το μοιραίο
κι απολαμβάνουν το ηλιοβασίλεμα.
Στους δρόμους του μυαλού
ανάβουνε φωτιές και γυάλινα καρφιά
πηδούνε τις σκιές μας.
Οι μαύρες τρύπες τρυγούνε  ιονόσφαιρα
και οι μετεωρίτες επιδίδονται
σε παν πλανητικό αγώνα δρόμου.
Ο σάπιος σπόρος στην αγκαλιά της γης
προσπαθεί να ηδονιστεί
να αφήσει την σαπίλα του στο χώμα.

Σάββατο 25 Ιουνίου 2016

ΤΑ ΚΕΡΙΑ

Του  μέλλοντος οι μέρες στέκοντ' εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμένα-
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.
Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λυωμένα, και κυρτά.

Δεν  θέλω να τα βλέπω με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κοιτάζω τ' αναμένα μου κεριά.
Δεν θέλω να γυρίσω να μη διώ και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβηστά κεριά πληθαίνουν.


       ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ    ΚΑΒΑΦΗΣ     [1863-1933]

Σάββατο 18 Ιουνίου 2016

Ο ΡΩΜΗΟΣ

Στον καφενέ απ' έξω σαν μπέης ξαπλωμένος,
του ήλιου τις ακτίνες αχόρταγος ρουφώ
και στών εφημερίδων τα νέα βυθισμένος,
κανένα δεν κοιττάζω,κανένα δεν ψηφώ.

Σε μια καρέκλα το'να ποδάρι μου τεντώνω,
το άλλο σε μια άλλη,κι ολίγο παρεκεί
αφήνω το καπέλο ,και αρχινώ με τόνο
τους υπουργούς να βρίζω και την πολιτική.

Ψυχή μου,τι λιακάδα,τι ουρανός, τι φύσις,
αχνίζει εμπροστά μου καϊμακλής καφές,
κι εγώ κατ εμπνευσμένος για όλα φέρνω κρίσεις,
και μόνος μου τις βρίσκω,μεγάλες και σοφές.

Βρίζω Εγγλέζους,Ρώσους και όποιους άλλους θέλω
και στρίβω το μουστάκι μ' αγέρωχο πολύ,
και μέσα στο θυμό μου κατά διαβόλου στέλλω
τον ίδιο εαυτό μου και γίνομαι σκυλί.

Φέρνω το νού στο Διάκο και είς τον Καραίσκο,
κατενθουσιασμένος τα γένια μου μαδώ,
τον Έλληνα είς όλα ανώτερο τον βρίσκω,
κι απάνω στήν καρέκλα χαρούμενος πηδώ.

Την φίλη μας Ευρώπη με πέντα φασκελώνω,
απάνω στο τραπέζι τον γρόνθο μου κτυπώ.....
Εχύθη ο καφές μου,τα ρούχα μου λερώνω,
κι όσες βλαστήμιες ξέρω,αρχίζω να τις πώ.

Στόν καφετζή ξεσπάνω,φωτιά κι εκείνος παίρνει,
αμέσως άνω-κάτω του κάνω τον μπουφέ,
τον βρίζω και με βρίζει,τον δέρνω και με δέρνει,
και τέλος....δεν πληρώνω δεκάρα στόν καφέ.



           ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΣΟΥΡΗΣ       1853-1919

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016

ΨΥΧΟΣΥΝΘΕΣΗ

Περνούν οι ώρες με ρυθμό σημειωτόν
και φτύνουν στα μούτρα το παρόν
πού'χει αρχίσει και γίνεται αχνό
σαν του λονδίνου το τοπίο το υγρό
κομμένα χέρια, πόδια ακρωτηριασμένα
ταξιδεύουν μόνα και αηδιασμένα
μέσ' το άπειρο θεατές του ονείρου
δικαιούχοι του παραδείσιου κλήρου
άνθρωποι με μνημονικά κατά-κλεμμένα
με ερωτηματικά περιβραχιόνια κομμένα
με το πρόσωπο τούς καμουφλαρισμένο
και το εγώ τούς να χτυπιέται αφρισμένο
φαιά ουσία χυμένη στο τραπέζι το καλό
απο κάποιου φιλοσοφημένου το μυαλό
στού ποιητή την έμπνευση κηλίδα
και στού φτωχού το όνειρο ασπίδα
ψυχοσύνθεση, ετούτου του γήινου πλανήτη
μοιάζει με θεωρεία ενός βαρυποινίτη
με άρρωστο γέλιο έγκλειστου ψυχιατρείου
και με υποκρισία οικογενειάρχη και κυρίου.

Τετάρτη 25 Μαΐου 2016

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

  Ο άνθρωπος επινόησε τον χρόνο και δεν μπορεί να τον σταματήσει. Ο άνθρωπος επινόησε τον χρόνο για να γίνει σκλάβος του, να τον έχει αφέντη του και δήμιό του. Όταν συνειδητοποίησε ότι δεν μπορεί να τον σταματήσει, τον ονόμασε αδυσώπητο, πανδαμάτορα, μπαμπέση, αιμοβόρο και πολλά άλλα. Παρόλα αυτά όμως συνεχίζει καθημερινώς να του κάνει το χατίρι. Κάθε μέρα ακούμε, «δεν έχω χρόνο!», «δεν προλαβαίνω!», «δεν με παίρνει η ώρα!» και τα λοιπά που όλοι λέμε. Ένα ποτάμι τεράστιο ο χρόνος, δυνατό, βουβό και ύπουλο, που κανείς δεν ξέρει που μας πηγαίνει. Το μόνο σίγουρο είναι ότι σε κάποιο σημείο αυτού του ποταμού υπάρχει ο θάνατος για όλους μας. Για άλλους κυλάει αργά όπως δουλεύει το σαράκι στο ξύλο, για άλλους γρήγορα, «σαν νεράκι!», που λένε. Το κακό είναι ότι για τους περισσότερους από εμάς κυλάει γρήγορα, τόσο γρήγορα που δεν μπορείς να γυρίσεις να δεις το παρελθόν. Γυρνάς για μια στιγμή για να δεις τις αναμνήσεις κι αν ξεχαστείς θα πέσεις, θα “φας” τα μούτρα σου. Βουβό και επιβλητικό το ποτάμι κυλάει στο ρυθμό του και αφήνει ένα παχύ στρώμα λησμονιάς απάνω στην μνήμη μας. Έτσι μπερδεύονται ονόματα, πρόσωπα, γεγονότα, ημερομηνίες και απλά τα κουβαλάμε μέσα μας. Ευτυχώς όμως που υπάρχουν τα γραπτά και οι φωτογραφίες. «Οι άνθρωποι βγάζουν φωτογραφίες για να αποδείξουν ότι ζήσανε!», είχε πει κάποιος και πολύ σωστά. Εμένα μ’ αρέσει κάπου-κάπου να σκαλίζω τα απομεινάρια και τις αποδείξεις της περασμένης μου ζωής. Εντελώς απρόσμενα λοιπόν κάποια μέρα, βρήκα κάποια παλιά κιτρινισμένα φύλλα. Ήταν οι εκθέσεις μου στο γυμνάσιο και ένα ποίημα της εφηβείας ή λίγο μεταγενέστερο, δεν θυμάμαι. Θυμήθηκα την τάξη μου. Εμείς οι δεύτεροι μαθητές στα πίσω θρανία και οι καλοί στα πρώτα. Οι καθηγητές να φωνάζουν προσπαθώντας να μας νουθετήσουν, αλλά εμείς το βιολί μας. Ύστερα πήρα μια έκθεση στην τύχη και την διάβασα. Στο τέλος με κόκκινο στυλό οι παρατηρήσεις της φιλολόγου μας. Συνήθως μου έγραφε, «προσπάθησε περισσότερο, μπορείς!» ή «είσαι εκτός θέματος!». Η αλήθεια είναι ότι γενικά ήμουν εκτός θέματος. Προσπαθούσε η φιλόλογος μας η κα Ασημίνα Τσανούλα να μας κάνει να πάρουμε μπρος, αλλά εμείς τίποτα. Από τότε πέρασαν πάνω από είκοσι πέντε χρόνια και δεν έτυχε ποτέ να την ξαναδώ. Ελπίζω να ‘ναι καλά. Κλείνοντας ας μου επιτρέψει να της αφιερώσω αυτό το κιτρινισμένο ποίημα που ήτανε κλεισμένο σε κάποιο φάκελο παρέα με τις εκθέσεις.

Φύτεψα μία μικρή ελπίδα
μες του σπιτιού μας τον μπαξέ
κοίτα να την ποτίζεις όσο θα λείπω
αγαπητέ μου αδελφέ.
Θα βγάλει άνθη μυρωδάτα
και τα κλωνάρια της θα ‘ναι γερά
για να αντέχει τα καλοκαίρια
να ρίχνουν κούνιες τα παιδιά.
Με μια μικρή φαλτσέτα  -αδελφέ-
θέλω να χαράξεις το όνομά μου
απαλά όμως μην πονέσει
και στάξει αίμα η καρδιά μου.
Και τώρα φεύγω αδελφέ
για τις ιδέες, τις ελπίδες, τις πατρίδες
κι αν έκλαψα πριν φύγω στο μπαξέ
ξέχασέ το και κάνε πως δεν με είδες.

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014

ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΣΚΙΟ ΤΗΣ ΙΤΙΑΣ

Κάτω απ' τον ίσκιο της ιτιάς βρήκαν κονάκι
μακριά απ' το βλέμμα του ήλιου,
γιατί καμιά ηλιαχτίδα δεν μπορούσε να περάσει
να κρυφοδεί όσα κάνανε.
Προστατευμένοι και χωρίς κανένας να τους βλέπει,
είχαν ξαπλώσει κι ώρες κοιτάζονταν στα μάτια.
Μονάχα ο ίσκιος της ιτιάς και τίποτ' άλλο
τη ζέστη του ήλιου έδιωχνε κι έφερνε μια γλυκιά δροσιά.

Κι ενώ αγκαλιάζονταν μες στην ευλογημένη μοναξιά τους
η πονηρούλα εκείνη ιτιά λες και χαμογελούσε
που αυτή τους έκρυβε στον κόρφο της
σαν να κρατούσε το κλειδί μιας πόρτας κλειδωμένης.
Κι όταν οι γλύκες τους τελείωσαν πια,
οι ιτιές σαν να 'θελαν να δώσουν κάτι ακόμα,
σκύψανε πιο πολύ σαν να 'λεγαν ψιθυριστά στ' αυτί τους,
μπορούμε, αν θέλετε, να γίνουμε και κρεβατάκι σας.



         WILLIAM   DAVENANT       1606- 1668

Σάββατο 1 Μαρτίου 2014

ΓΑΜΩ ΤΟ ΚΕΡΑΤΟ ΜΟΥ Νο. 2

Θέλω να βγω απ' τον βυθό
γαμώ το κέρατό μου
το όνειρο αυτό που ζω
δεν είναι το δικό μου
δεν είναι οι ανάγκες μου
τσιγάρο να το σβήσω
μα δεν είμαι και άγιος
κάστανα να χαρίσω.
Θέλω να βγω απ'την σκιά
που ζω εδώ και αιώνες
και την ελπίδα φύλαγα
μέσα στους παγετώνες
ζούμε τον χρόνο μια στιγμή
και χίλιες στην αφάνεια
αφού κεφάλια κάναμε
τα πιο καλά τσογλάνια.
Θέλω να βγω απ΄τον βυθό
και φτου σας μασκαράδες
[μέρα που είναι σήμερα]
είς το εξώτερον το πύρ
άχρηστοι κερατάδες.



     ΣΩΤΗΡΙΟΣ   Θ.   ΚΑΛΟΓΡΗΑΣ