Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2014

ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΣΚΙΟ ΤΗΣ ΙΤΙΑΣ

Κάτω απ' τον ίσκιο της ιτιάς βρήκαν κονάκι
μακριά απ' το βλέμμα του ήλιου,
γιατί καμιά ηλιαχτίδα δεν μπορούσε να περάσει
να κρυφοδεί όσα κάνανε.
Προστατευμένοι και χωρίς κανένας να τους βλέπει,
είχαν ξαπλώσει κι ώρες κοιτάζονταν στα μάτια.
Μονάχα ο ίσκιος της ιτιάς και τίποτ' άλλο
τη ζέστη του ήλιου έδιωχνε κι έφερνε μια γλυκιά δροσιά.

Κι ενώ αγκαλιάζονταν μες στην ευλογημένη μοναξιά τους
η πονηρούλα εκείνη ιτιά λες και χαμογελούσε
που αυτή τους έκρυβε στον κόρφο της
σαν να κρατούσε το κλειδί μιας πόρτας κλειδωμένης.
Κι όταν οι γλύκες τους τελείωσαν πια,
οι ιτιές σαν να 'θελαν να δώσουν κάτι ακόμα,
σκύψανε πιο πολύ σαν να 'λεγαν ψιθυριστά στ' αυτί τους,
μπορούμε, αν θέλετε, να γίνουμε και κρεβατάκι σας.



         WILLIAM   DAVENANT       1606- 1668

Σάββατο, 1 Μαρτίου 2014

ΓΑΜΩ ΤΟ ΚΕΡΑΤΟ ΜΟΥ Νο. 2

Θέλω να βγω απ' τον βυθό
γαμώ το κέρατό μου
το όνειρο αυτό που ζω
δεν είναι το δικό μου
δεν είναι οι ανάγκες μου
τσιγάρο να το σβήσω
μα δεν είμαι και άγιος
κάστανα να χαρίσω.
Θέλω να βγω απ'την σκιά
που ζω εδώ και αιώνες
και την ελπίδα φύλαγα
μέσα στους παγετώνες
ζούμε τον χρόνο μια στιγμή
και χίλιες στην αφάνεια
αφού κεφάλια κάναμε
τα πιο καλά τσογλάνια.
Θέλω να βγω απ΄τον βυθό
και φτου σας μασκαράδες
[μέρα που είναι σήμερα]
είς το εξώτερον το πύρ
άχρηστοι κερατάδες.



     ΣΩΤΗΡΙΟΣ   Θ.   ΚΑΛΟΓΡΗΑΣ

Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2014

ΛΕΣΒΟΣ

Μια σκιά ένα βράδυ
ενώ έσερνε φύλλα η αποτσίγαρα
ζεστός αέρας του Οκτωβρίου
αφού πέρασε μόνη την αγορά τις συνοικίες
τ' άρρωστα μέρη
βγήκε σε λεωφόρο δίπλα στη θάλασσα
με οικήματα μοναχικά και λεύκες.
Εκεί περπάτησε ώρα πολλή στα φύκια
πλάι στην άσφαλτο
κι όταν έφτασε εδώ στην άκρια του τοπίου
έτσι ολόμαυρη κυματιστή
σε μια πέτρα στάθηκε και είπε.

Η θάλασσα είναι φωνές πνιγμένων.
Γυναίκα που άφησε κάπου σε μιαν ακτή
πρίν τόσα χρόνια ίχνη περιπάτου
ξύπνησε μέσα μου και νοιώθω
με τη δική της όρχηση φωνής
φριχτά να νιαουρίζω σ' ένα σκοτάδι σάπιο
σαν ζώο τυφλωμένο ταράζοντας
τον ύπνο των νεκρών που πέρασαν
μια σκυθρωπή ζωή μέσ' το κιβούρι
αφήνοντας κάθε φορά που σέρνεται η κραυγή
έναν απόηχο.Κοίτα πιστεύοντας πως είμαι ' κείνη
κιόλας το σώμα μου.Bυζιά κοιλιά
οπή και μήτρα.Τώρα θα βγεί σε λίγο το φεγγάρι
μέσ' από βάθη κρεβατοκάμαρης βαμμένο
σαν πρόσωπο γριάς εταίρας-όνειρο της Εκάτης-
υπνωτισμένη θάλασσα θα κυματίσει
παντού γεμάτη κοριτσιού άγονο αίμα
στην παραλία σέρνοντας σαπρό καλάμι
νά' ναι από φυτό το ξύλο του η κόκαλο της πεθαμένης;
Kι εγώ θα πλάσω θηλυκό με άμμο ν' αγαπήσω
ίδιο κορμί που δώρισε άφοβα
πάνω σε άθλια κλίνη σε μια γυναίκα-γάτα
την ηδονή την άκαρπη έρωτα-σκύλου.

Είπε αυτά.Και όταν βγήκε ολόκληρη
κι υψώθηκε αργά η σελήνη
όρμησε μέσ' το κύμα.
Το άλλο πρωί δεν ήξεραν
το πτώμα που ανέσυραν εκεί
άντρας αν είναι η γυναίκα.


   ΣΤΡΑΤΗΣ   ΠΑΣΧΑΛΗΣ