Σάββατο, 18 Ιουνίου 2016

Ο ΡΩΜΗΟΣ

Στον καφενέ απ' έξω σαν μπέης ξαπλωμένος,
του ήλιου τις ακτίνες αχόρταγος ρουφώ
και στών εφημερίδων τα νέα βυθισμένος,
κανένα δεν κοιττάζω,κανένα δεν ψηφώ.

Σε μια καρέκλα το'να ποδάρι μου τεντώνω,
το άλλο σε μια άλλη,κι ολίγο παρεκεί
αφήνω το καπέλο ,και αρχινώ με τόνο
τους υπουργούς να βρίζω και την πολιτική.

Ψυχή μου,τι λιακάδα,τι ουρανός, τι φύσις,
αχνίζει εμπροστά μου καϊμακλής καφές,
κι εγώ κατ εμπνευσμένος για όλα φέρνω κρίσεις,
και μόνος μου τις βρίσκω,μεγάλες και σοφές.

Βρίζω Εγγλέζους,Ρώσους και όποιους άλλους θέλω
και στρίβω το μουστάκι μ' αγέρωχο πολύ,
και μέσα στο θυμό μου κατά διαβόλου στέλλω
τον ίδιο εαυτό μου και γίνομαι σκυλί.

Φέρνω το νού στο Διάκο και είς τον Καραίσκο,
κατενθουσιασμένος τα γένια μου μαδώ,
τον Έλληνα είς όλα ανώτερο τον βρίσκω,
κι απάνω στήν καρέκλα χαρούμενος πηδώ.

Την φίλη μας Ευρώπη με πέντα φασκελώνω,
απάνω στο τραπέζι τον γρόνθο μου κτυπώ.....
Εχύθη ο καφές μου,τα ρούχα μου λερώνω,
κι όσες βλαστήμιες ξέρω,αρχίζω να τις πώ.

Στόν καφετζή ξεσπάνω,φωτιά κι εκείνος παίρνει,
αμέσως άνω-κάτω του κάνω τον μπουφέ,
τον βρίζω και με βρίζει,τον δέρνω και με δέρνει,
και τέλος....δεν πληρώνω δεκάρα στόν καφέ.



           ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΣΟΥΡΗΣ       1853-1919

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου