Τρίτη, 6 Αυγούστου 2013

O KAΣΤΑΝΑΣ

Είχε περάσει ο πόλεμος και κάπου στην Αθήνα
που αποκαΐδια μάζευε και πάλευε την πείνα,
κοντά στο ηλιοβασίλεμα στο σώσιμο της μέρας,
που φύσαγε αμπόδιστος της λευτεριάς αέρας,
του ναυτικού ένα άγημα στεκόταν προσοχή,
της ένδοξης σημαίας μας να κάνει υποστολή.
Όλη η πλατεία όρθια βλέπει την τελετή
στο ιερό το λάβαρο προσφέρει την τιμή.
Τον ύμνο μας τον Εθνικό συνόδευε η φωνή τους
και ρίγη συγκινήσεως δονούσαν το κορμί τους.
Ένας μονάχα γέροντας που κάστανα πωλούσε,
δεν εσηκώθη όρθιος και καθιστός κοιτούσε.
Τον είδε ο Αξιωματικός κι ευθύς πάει κοντά του,
τον πιάνει, τον ταρακουνά, σκορπά τα κάστανά του.
Δεν ντρέπεσαι παλιάνθρωπε, Έλληνας είσαι εσύ;
Γιατί μωρέ δεν σέβεσαι το ιερό πανί;
Ε δάκρυσε ο καστανάς, άγρια η ματιά του παίζει
και πέρα από τα πόδια του πετάει το τραπέζι.
Τα δυο του πόδια έδειξε στα γόνατα κομμένα
και στον αυθάδη ναυτικό φώναξε πικραμένα:
Μη με μαλώνεις νεαρέ, δείξε μου σεβασμό,
σ' αυτό το ιερό πανί τα 'δωσα και τα δυο.
Τά' δωσα και δε ζήτησα έπαινο από κανένα,
στη δύσμοιρη πατρίδα μου χάρισμα από μένα.
Πάγωσε ο αξιωματικός στην θέα των ποδιών του,
στ' αντίκρυσμα δεν πίστευε των ίδιων των ματιών του.
Στέκεται μπρος του προσοχή, το χέρι του σηκώνει
και με σεμνό χαιρετισμό το σεβασμό δηλώνει.
Φωνάζει και στο άγημα:Όπλα παρουσιάστε
και με τις πρέπουσες τιμές τον Έλληνα δοξάστε.
Κοντά του ήρθαν κι άλλοι πολλοί, με δέος τον κοιτάνε,
ψάλλουν τον ύμνο όλοι μαζί και τον χειροκροτάνε.
Ο τόπος συνταράχτηκε, δάκρυσε η πλατεία,
πλημμύρισε το είναι τους του ήρωα η ανδρεία.
Μάνα Ελλάδα δέξου τα τα πόδια τα κομμένα.
Πάνω στης Πίνδου  τις κορφές τα πρόσφερε σε σένα.
Σαν αγιασμένα λείψανα να τά' χεις στο ναό σου,
να μαθητεύουν οι γενιές, να προσκυνά ο λαός σου.




ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ    ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ   ΖΑΧΑΡΑΚΗ.