Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2012

VOLUPTAS

Eλάτε,ο κόσμος όλος είμαι εγώ.
Μέσ' απ' τα χρυσοκόκκινα μαλλιά μου
απ' τη ματιά κι από τα δάχτυλά μου
της Ηδονής πετιέται το στοιχειό.
Ελάτε,ο κόσμος όλος είμαι εγώ.

Με ρόδα ευωδιασμένο έχω το στρώμα
κι απάνω του-μεθυστικό πιοτό-
χυμένο το αλαβάστρινο σου σώμα.
Όμως αγάπη μη γυρεύεται  από μένα,
δε θα με ιδήτε εμπρός σας να λυγίσω
και πάνε τα τραγούδια σας χαμένα.

Μέσα  μου άγριες νιώθω πεθυμιές
και τις ερωτεμένες σας καρδιές
πως θα'θελα να μπορέσω να μασήσω
μέσ' τα λευκά μου δόντια τα γερά,
σα φρέσκα μυγδαλάκια τραγανά
και τον αιμάτινο χυμό τους να ρουφήξω.

Δάκρυα δε θέλω,δε ζητώ,
παρά φωτιά για τη φωτιά μου,
τα σαρκικά φιλιά μου
στόμα που στάζει φλόγα να γευτεί.

Ω τι με νοιάζει τότες κι αν κοπεί
το νήμα από της Μοίρας μου το αδράχτι
αφού θα νοιώθω πως θα σκορπιστεί
από ηδονή το είναι μου σε στάχτη.


           ΘΕΩΝΗ   ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ     [1885-1968]

Κυριακή 12 Αυγούστου 2012

ΤΑ ΣΤΟΛΙΔΙΑ

Ακουμπισμένα στο κωμό ήτανε τα στολίδια
και γυάλιζαν και είχανε τη λάμψη αστεριού.
Τα 'χε αφημένα η κυρά βραχιόλια δαχτυλίδια
σαν ξάπλωνε τα άφηνε στη φλόγα ενός κεριού.

Αχ.Τα στολίδια φαίνονταν στη φλόγα μαγεμένα
μέσα στην κάμαρα αυτή έκαναν λιτανείες
έμοιαζαν εικονίσματα που ήταν φιλημένα
και άκουσαν στο διάβα τους χιλιάδες ψαλμωδίες.

Κάποια Αφρικάνα φόραγε κολιέ από ρουμπίνι
πάνω στο μαύρο της λαιμό,πάνω σε μια σχεδία.
Τώρα αφημένα στο κωμό,τα μάγια ποιος τα λύνει;
Ποιος θα μεθύσει απόψε την Πυθία;

Κι όλη τη νύχτα χόρευαν σε κοραλλένια χέρια
σε εξωτικά νησιά σε μαγεμένους κήπους.
Η λάμψη τους ήταν όμοια,όμοια με τ'αστέρια
και τα ρουμπίνια της καρδιάς ε μέτραγαν τους χτύπους.

Στολίδια που περπάτησαν σε ξακουσμένες σάλες
βρίσκονται σε ένα κωμό από καρυδιά.
Δεν θα υπάρξουνε βραδιές.Δεν θα υπάρξουν άλλες.
Να στολιστεί το χέρι.Να νοιώσει χτύπο η καρδιά.
   

        ΒΑΣΙΛΙΚΗ    ΣΤΑΜΟΥ

Τρίτη 24 Ιουλίου 2012

ΠΗΓΑΙΝΕΤΕ ΣΤΟ ΔΙΑΒΟΛΟ

Πηγαίνετε στο διάβολο
ώ τέρατα τεράτων
ώ πόλεων κατακτηταί
και νήσων απωτάτων
ώ βδέλαι πάσης δόξης μας
και κόπων μας ατρύτων
με την βουλή των λόρδων σας
και την των κοινοτήτων.
Με τις παχειές ομίχλες σας
και τα πολλά σας χιόνια
με τις πολλές τις λίρες σας
και τα ναπολεόνια,
με Ουίγους,Τόρεις,Ιρλανδούς
και τους πολλούς χαλέδες
και με τους σπουδαιοφανείς
και τόσους ρεμπεσκέδες.
Πηγαίνετε στον διάβολο
με τον Τζων-μπούλ εκείνον
με τους στρατούς τους στόλους σας
και όλο το λονδίνον.
Μ' εκείνες τις Μι λαίδες σας
και όλες σας τις Λαίδες
τις κρύες,τις ανάλατες
με τις πλατειές ρουθούνες
που κοκκινίζουν στη στιγμή
ωσάν τις παπαρούνες.


      ΓΕΩΡΓΙΟΣ    ΣΟΥΡΗΣ      [1853-1919]



Αφιερωμένο  με όλη μου την αγάπη στους
τενεκέδες της τρόικα και της Ευρώπης.
Αθάνατε Σουρή κανείς δεν θα σε ξεπεράσει.
     
                 

Δευτέρα 16 Ιουλίου 2012

Μια παλιά αγαπημένη ανάρτηση λόγω ζέστης.

ΣΤΟΝ ΔΙΠΛΑΝΟ  ΤΟΝ ΤΟΙΧΟ

Στον διπλανό μου τοίχο κάποιος κλαίει
όμως αδύνατο να ακούσω το τι λέει
γλιστρούν τα λόγια κάτω απ' τις αλυσίδες
και λασπωμένες δεν γυαλίζουν οι ελπίδες
πάνε τρεις μέρες τώρα που όλο κλαίει
μα δεν ουρλιάζει για να πει ότι δεν φταίει
και το νερό του το ακούω που το χύνει
και το ψωμί του στα ποντίκια που το δίνει
ανοίγει ο φύλακας την πόρτα απαθής
και του πετάει, φτου σου πούστη να χαθείς
δεν είναι εδώ σκολειό να μορφωθείς
χέσε τούς άλλους κι υπόγραψε για να σωθείς
όμως εκείνος ποτέ δεν απαντά
έχει στο νου του μόνο τα βουνά
που στέκουν λεύτερα,περήφανα,ψηλά
και παίρνουν μόνο παλληκάρια αγκαλιά
έχει φτερά και θέλει να πετάξει
μα την καρδιά του με πασσάλους έχουν φράξει
μέσα απ'τούς τοίχους κάποια λύση αναζητάει
ψάχνει το νεύμα για να αρχίσει να πετάει
και να που σήμερα σταμάτησε το κλάμα
και ήταν σαν να έλαβα το πιο μοιραίο γράμμα
τρεις οι ημέρες που έκλαιγε μονάχος
τρεις και οι σφαίρες που ακούστηκαν στο βάθος.


Έρχονται φορές που μια μεγάλη απορία μου γεννιέται,καθώς προσπαθώ να δώσω μια εξήγηση στον εαυτό μου.Μια εξήγηση για το πως αφήσαμε την φλόγα της ελπίδας, να κοντεύει να σβήσει.Την φλόγα που έκαιγε μέσα μας και μας έλεγε ότι τα πράγματα θα αλλάξουν,θα φτιάξουνε.Το  πιστεύαμε και περιμέναμε ότι κάποιος σαν και εμάς θα έρθει να μας ξεσηκώσει, όχι διαφορετικός και απόμακρος.Κάποιος που θα μας έλεγε, ρε λεβέντες καλά περνάμε,τα προς το ζείν μπόλικα αλλά υπάρχουν και στραβά σε τούτο το σύστημα τι λέτε δεν τούς κάνουμε κάνα μερεμέτι;Ναι,μπράβο μεγάλε κι εμείς μαζί σου.
Κάπως έτσι θέλαμε να ξεκινήσει η επανάσταση μας,εμάς που ζήσαμε στην διάρκεια της πολύχρωμης και ανατρεπτικής δεκαετίας,του '80,την εφηβεία μας.Τότε που γράφαμε ποιήματα,σαν το παραπάνω, στους ήρωες άλλων εποχών φυσικά αλλά με την ωφέλειά τούς στις πλάτες μας.Ήρωες ονομάζω εγώ όσους σκοτώθηκαν,βασανίστηκαν,εξορίστηκαν,ταλαιπωρήθηκαν και όσους έμειναν μόνοι,σε έναν αγώνα για την ελευθερία  και τα ιδανικά της πατρίδας μας.Άσχετα από τα πιστεύω τούς η την κατά μέρος εκμετάλλευση της θυσίας τούς από κάποιους,αυτούς εννοώ εγώ ήρωες,χωρίς κομματική πινελιά και την ρομαντική λαδομπογιά της. Έτσι αρχίσαμε να πορευόμαστε προς το τέλος της δεύτερης δεκαετίας της ζωής μας.Όμως αυτός που καρτερούσαμε για αρχηγό δεν ήρθε,ίσως να χάθηκε μέσα στους πολύχρωμους καπνούς της ντίσκο,ίσως να τον χτύπησε κάποια χρωμόμπαλα και ξέχασε,μπορεί και να αφομοιώθηκε στο infra-red κάποιας αγάπης του.
Μήπως όμως ήρθε πραγματικά και ήμασταν εμείς οι στραβοί και δεν τον είδαμε,χαμένοι η χωμένοι μέσα σε δέσμες λέιζερ και πεντοχίλιαρων;Πέρασε από δίπλα μας και δεν τον πήραμε χαμπάρι;Ντροπή μας και αίσχος.Φαίνεται μας παραπήρε ο ύπνος στα ανατολικά πιτσιρίκια και χάσαμε άλλη μια δεκαετία.Και τώρα που αρχίζουμε να στεγνώνουμε απ' έξω κι από μέσα μας έρχονται αυτές οι ρημαδιασμένες οι τύψεις να μας ζητήσουν το λόγο. Ποιος ήταν τελικά ο ήρωας μας,ο αρχηγός που περιμέναμε,πέρασε δίπλα μας και δεν τον εννοήσαμε η χάθηκε για πάντα;Μέσα σ'αυτά τα βασανιστικά ερωτήματα ένα βέλος καπνού έρχεται μας σημαδεύει και μας σφηνώνεται στο μυαλό σαν δάχτυλο θεϊκό που σου ζητά την καλήν απολογία.
Ήμασταν εμείς αυτό που περίμεναν οι άλλοι τελικά, ή μόρια και μεις του μεγάλου αρχηγού που ποτέ δεν εκλύθηκαν για να τον συγκροτήσουν;Μήπως αφήσαμε άλλους να κάνουν παιχνίδι και τώρα γκρινιάζουμε που τα χάνουμε όλα.Στεκόμαστε με τις χούφτες ανοιχτές και δεν βλέπουμε των άλλων που είναι διάτρητες.Τώρα που η φλόγα της ελπίδας μας παραπαίει ψάχνουμε παραισθησιογόνα για να την φουντώσουμε αλλά εκείνη  μόνο με την αλήθεια γιγαντώνεται.Ας κρατήσουμε την ελπίδα ζωντανή,όπως μπορεί ο καθένας,για να την ξανασμίξουμε και πάλι, πρέπει να φουντώσει για να περάσει τον ωκεανό που φαίνεται στο βάθος του ορίζοντα.Αν σβήσει χαθήκαμε για πάντα.

Σάββατο 7 Ιουλίου 2012

ΡΑΜΑΛΑ

Γιατί του κόσμου οι προεστοί σιωπούν
Αυτοί που αυτοκηρύσσονται πατέρες
Και τα κλειδιά της ηθικής κρατούν
Κι ορίζουνε τους νόμους;

Γιατί φωτιά σκορπούν οι νύχτες στη ραμάλα
Κι οι μέρες βάφουν κόκκινα τα κράσπεδα
Με των μικρών παιδιών τ'αθώο αίμα
Που πέταξαν τη σάκα,τα κονδύλια τους

Και σφεντονίζουν πέτρες στα ελικόπτερα
Στα τάνκ,στα πολυβόλα,
Για ν'αποχτήσουν λίγο χώμα και νερό
Και ενα γήπεδο να παίζουν;

Γιατί οι Τιτάνες είναι ακόμα ζωντανοί,
Πρωτόγονοι θεοί με αρχαία δίψα
Που αποζητούν τη φρίκη των θνητών
Xωρίς ο πόνος των ανθρώπων να τους φθείρει;


        AΔΡΙΑΝΟΣ   ΚΑΖΑΣ

Κυριακή 1 Ιουλίου 2012

ΠΑΛΙ ΒΡΕΧΕΙ

Πάλι βρέχει.
Στα παράμερα τριόδια
οι ψαλμοί θρηνούν που εδιάβαζες στόν όρθρο.
Μυροβόλησε η ψυχούλα σου η ευωδιά
το κορμί σου, σε μια δέησιν ολόρθο.

Πάλι βρέχει.
Στου κελιού τ'άραχνα τζάμια
κλαίν μυστηριακές αγιογραφίες,
που ήλιοι με το αίμα τους ζωγράφιζαν
στις λιβανιστές σου ψαλμωδίες.

Πάλι βρέχει.
Σαν αντίφωνο μέσ'τη θαμπή σου μνήμη
η κλαιάμενη βροχή.
Λές της φύσης που είναι η προσευχή.
Και η ψυχή σου κλαίει κάτι που αποθυμεί.

Πάλι βρέχει.
Τι σε θέλουν οι καημοί που λέν' θυμήσου.
Οι ψαλμοί τους βρόχινοι
μούσκεψαν την άσπιλη ψυχή σου
και στα δάκρυα δεν αντέχει.
Πάλι βρέχει.


    ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ   ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ

               [1880-1952]




Παρασκευή 22 Ιουνίου 2012

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Παπά, μια κόρη αγάπησα
και  μ'αγαπούσε σαν τρελή
μια μέρα την αγκάλιασα,
πήρα το πρώτο της φιλί.
Παπά,τι συλλογάσαι.

Άν την αγάπησες πολύ,
συχωρεμένος νά'σαι.

Μια μέρα εκείνη ερίχτηκε
στην αγκαλιά μου ντροπαλή,
κι αμάρτησα κι αμάρτησε
όχι μονάχα με φιλί.
Παπά,τι συλλογάσαι.

Άν την αγάπησες πολύ,
συχωρεμένος νά'σαι.

Μια μέρα την παράτησα
την όμορφην αμαρτωλή
και δεν της ξαναζήτησα
μήτε αγκαλιά μήτε φιλί.
Παπά,τι συλλογάσαι.

Δεν την αγάπησες πολύ
καταραμένος νά'σαι.


ΙΩΑΝΝΗΣ  ΠΟΛΕΜΗΣ

   [1866-1924]



Υ.Γ.    Με όλες αυτές τις  μπούρδες που μας έχουν γεμίσει
το κεφάλι έχουμε ξεχάσει και έρωτες και αγάπες,ευκαιρία
λοιπόν να τα θυμηθούμε.