Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012

ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ

Κάθε βράδυ στη Γρανάδα,
κάθε βράδυ πεθαίνει ένα παιδί.
Κάθε βράδυ το νερό κάθεται
λιγάκι με τους φίλους να τα πει.

Οι νεκροί έχουν φτερά από μούσκλι.
Ο νεφελώδης άνεμος κι ο άνεμος ο καθαρός
δυο φασιανοί είναι που πετάνε στους πύργους
κι η μέρα είν' ένα αγόρι πληγωμένο.

Δεν κρατούσε ο αέρας μια κορυδαλλού ψιχάλα
όταν εγώ σ' αντάμωσα στου κρασιού τα σπήλαια.
Δεν κρατούσε το χώμα ούτε ψίχουλο σύννεφου
όταν πνιγόσουν στο ποτάμι.

Ένας γίγαντας νερού έπεσε πάνω στα όρη
και η κοιλάδα όλο κυλούσε με σκυλιά και με κρίνους.
Το σώμα σου,με τη βιολετί σκιά των χεριών μου,
ήταν,νεκρό στην όχθη,ένας κρύος αρχάγγελος.


              FEDERIKO  GARCIA  LORCA

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

ΔΙΣΤΙΧΑ ΤΗΣ ΜΥΚΟΝΟΥ

Σκι καλογριές σε στείλανε της Τήνος οι γονιοί σου
μα ευτού που πλιο ξεσκόλισες ειν' το γλυκό φιλί σου.

Τρέμει το φυλλοκάρδι μου για σένα και σαλεύει
ο αρίσκος νους μου ο Θεός τον που αγαπά παιδεύει.

Εγώ σε πήα για χορό τότες στο πανυγήρι
μα συ έγινες καλογριά μέσα στο μοναστήρι.

Ρίχνει καρέγλες ο βοριάς και βάρκες παίρνει σβάρνα
και τον Μαθιό τον αχαμνό κη Ρόδως απ' τη Βάρνα.

Της Ανεζώς της μήνυσα τη σκρόφα να ταίσει
μα ευτή για νύφη μου 'στειλε μια χήρα απο τη Βρύση.

Τραούδι αρχίζ' η Μαρουσώ πρωινό σαν την γαλιάντρα
ξαραθυμάει το κάστρο και μαζί του η Αλευκάντρα.

Των πεθαμένων οι ψυχές πλανιούνται ολόγυρα μας
δεν βρίσκουν πια τις πόρτες μας μα βλέπουν τα ονειρά μας.

Χάριζε την αστροφεγγιά,Θέ μου,σκοι απελπισμένοι
να μην ξανοίουν τον γκρεμόν όπου είναι κρεμασμένοι.

Γιάντα διστάζετε μωρέ,γκορίσια να φιλάτε
η ώρα ούτε ματάρχεται ούτε βαστά ως νοάτε.

Ο ύπνος είναι γόνδολα της Βενετιάς στου ονείρου
τις διώρυγες μας πλοηγεί,στις γέφυρες τ' απείρου.


              ΑΓΓΕΛΟΣ  ΠΑΡΘΕΝΗΣ

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

ΚΗΡΥΓΜΑ

Ίδια σφραγίδα πρόσφορου
σε μέρα ψυχοσάββατο
σφράγισε απόψε η ζωή
με θλίψη την ψυχή μου
και τα κομμάτια μοιρασιά
αντίδωρο ένα-ένα
στα χείλη φθάνουν
των πιστών που ζουν
για την Αγάπη.
Δίνω το ένα στον τυφλό
στον άστεγο το άλλο
κι ότι απομείνει αρπάζουνε
ο κλέφτης κι ο ζητιάνος.
Μ' ένα βλέμμα ασπάζομαι
το σχήμα της καρδιάς τους
και υποτάσσω το λαβείν
στην πεθυμιά του δούναι.
Σαν τελείωσε το κήρυγμα
μια μέρα ένας αγνώμων
στου ευεργέτη του άκουσα
τ' αυτιά να του ψελλίζει.
Ότι κι αν νιώθεις στη ζωή
μη ψάχνεις να βρεις άκρη
όλα ξεχνιούνται
κάποτε και οι πράξεις
και τα λόγια.
Κι έμεινα πάλι μόνη μου
με την ψυχή γεμάτη.


    ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ  ΤΣΑΦΑΡΑ

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2012

ΝΟΜΙΣΑ

Νόμισα πως είδα τη νεκρή αγαπημένη μου γυναίκα
να μου τη φέρνουν σαν την Άλκηστη απ'τον τάφο,
αυτή που ο μέγας γιος του Δία ξανάδωσε
στον όλβιο άντρα της
κι άρπαξε σώζοντας από τα χέρια του θανάτου.
Παρέκει εκείνη σύγκορμη έτρεμε, χλομή.

Ήρθε ντυμένη ολόλευκα, πάναγνη καθώς οι λογισμοί της,
μ' ένα μαγνάδι έκρυβε το πρόσωπό της,
όμως στην υπνοφαντασιά μου,
έρωτας,καλοσύνη, τρυφερότη άστραφταν
στο πρόσωπο της,
τόσο καθάρια σαν μορφή του παραδείσου.
Αλλά αχ,την ώρα που έσκυβε να μ' αγκαλιάσει, ξύπνησα.
Εκείνη εχάθη κι η μέρα μου 'φερε ξανά τη  νύχτα μου.



               JOHN    MILTON    [1608-1674]

Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2012

VOLUPTAS

Eλάτε,ο κόσμος όλος είμαι εγώ.
Μέσ' απ' τα χρυσοκόκκινα μαλλιά μου
απ' τη ματιά κι από τα δάχτυλά μου
της Ηδονής πετιέται το στοιχειό.
Ελάτε,ο κόσμος όλος είμαι εγώ.

Με ρόδα ευωδιασμένο έχω το στρώμα
κι απάνω του-μεθυστικό πιοτό-
χυμένο το αλαβάστρινο σου σώμα.
Όμως αγάπη μη γυρεύεται  από μένα,
δε θα με ιδήτε εμπρός σας να λυγίσω
και πάνε τα τραγούδια σας χαμένα.

Μέσα  μου άγριες νιώθω πεθυμιές
και τις ερωτεμένες σας καρδιές
πως θα'θελα να μπορέσω να μασήσω
μέσ' τα λευκά μου δόντια τα γερά,
σα φρέσκα μυγδαλάκια τραγανά
και τον αιμάτινο χυμό τους να ρουφήξω.

Δάκρυα δε θέλω,δε ζητώ,
παρά φωτιά για τη φωτιά μου,
τα σαρκικά φιλιά μου
στόμα που στάζει φλόγα να γευτεί.

Ω τι με νοιάζει τότες κι αν κοπεί
το νήμα από της Μοίρας μου το αδράχτι
αφού θα νοιώθω πως θα σκορπιστεί
από ηδονή το είναι μου σε στάχτη.


           ΘΕΩΝΗ   ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ     [1885-1968]

Κυριακή 12 Αυγούστου 2012

ΤΑ ΣΤΟΛΙΔΙΑ

Ακουμπισμένα στο κωμό ήτανε τα στολίδια
και γυάλιζαν και είχανε τη λάμψη αστεριού.
Τα 'χε αφημένα η κυρά βραχιόλια δαχτυλίδια
σαν ξάπλωνε τα άφηνε στη φλόγα ενός κεριού.

Αχ.Τα στολίδια φαίνονταν στη φλόγα μαγεμένα
μέσα στην κάμαρα αυτή έκαναν λιτανείες
έμοιαζαν εικονίσματα που ήταν φιλημένα
και άκουσαν στο διάβα τους χιλιάδες ψαλμωδίες.

Κάποια Αφρικάνα φόραγε κολιέ από ρουμπίνι
πάνω στο μαύρο της λαιμό,πάνω σε μια σχεδία.
Τώρα αφημένα στο κωμό,τα μάγια ποιος τα λύνει;
Ποιος θα μεθύσει απόψε την Πυθία;

Κι όλη τη νύχτα χόρευαν σε κοραλλένια χέρια
σε εξωτικά νησιά σε μαγεμένους κήπους.
Η λάμψη τους ήταν όμοια,όμοια με τ'αστέρια
και τα ρουμπίνια της καρδιάς ε μέτραγαν τους χτύπους.

Στολίδια που περπάτησαν σε ξακουσμένες σάλες
βρίσκονται σε ένα κωμό από καρυδιά.
Δεν θα υπάρξουνε βραδιές.Δεν θα υπάρξουν άλλες.
Να στολιστεί το χέρι.Να νοιώσει χτύπο η καρδιά.
   

        ΒΑΣΙΛΙΚΗ    ΣΤΑΜΟΥ

Τρίτη 24 Ιουλίου 2012

ΠΗΓΑΙΝΕΤΕ ΣΤΟ ΔΙΑΒΟΛΟ

Πηγαίνετε στο διάβολο
ώ τέρατα τεράτων
ώ πόλεων κατακτηταί
και νήσων απωτάτων
ώ βδέλαι πάσης δόξης μας
και κόπων μας ατρύτων
με την βουλή των λόρδων σας
και την των κοινοτήτων.
Με τις παχειές ομίχλες σας
και τα πολλά σας χιόνια
με τις πολλές τις λίρες σας
και τα ναπολεόνια,
με Ουίγους,Τόρεις,Ιρλανδούς
και τους πολλούς χαλέδες
και με τους σπουδαιοφανείς
και τόσους ρεμπεσκέδες.
Πηγαίνετε στον διάβολο
με τον Τζων-μπούλ εκείνον
με τους στρατούς τους στόλους σας
και όλο το λονδίνον.
Μ' εκείνες τις Μι λαίδες σας
και όλες σας τις Λαίδες
τις κρύες,τις ανάλατες
με τις πλατειές ρουθούνες
που κοκκινίζουν στη στιγμή
ωσάν τις παπαρούνες.


      ΓΕΩΡΓΙΟΣ    ΣΟΥΡΗΣ      [1853-1919]



Αφιερωμένο  με όλη μου την αγάπη στους
τενεκέδες της τρόικα και της Ευρώπης.
Αθάνατε Σουρή κανείς δεν θα σε ξεπεράσει.