Πέμπτη 31 Μαΐου 2012

ΜΑΝΑ ΕΞ ΟΥΡΑΝΟΥ

Αν  μας χαρίσουν το Χριστό
θα τον σταυρώσουμε
Αν μας τον κλέψουν
θα σταυρωθούμε.

Γεύση γλυκεία με μυρωδιά από κόπο
έχει μόνο ότι από μέσα μας ζυμώνουμε
Ευλογημένο καθημερινό Χριστόψωμο
που με το είναι μας σε σταυροβελονιά κεντάμε.

Και δεν μας λείπει,αφού
σαν μάνα εξ ουρανού τ'αναπληρώνουμε
ούτε ζωή,μας περισσεύει προς Θεού
για να πετάμε.



             ΚΑΛΛΙΟΠΗ    ΤΣΙΚΗ - ΜΠΙΜΠΑΣΗ.  Ν.Υ.

Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Τα παιδιά,τα παιδιά,να σώσουμε τουλάχιστον τα παιδιά,φώναξε κάποιος μέσα απ' το πλήθος και το έκανε να σωπάσει.Σ' όλους τους δρόμους χύθηκε  μια ησυχία που το μαζεμένο εδώ και μήνες πλήθος έξω από την βουλή,είχε σχεδόν ξεχάσει.
Να σώσουμε τα παιδιά......ήρθε ο αντίλαλος από τους κάτω   δρόμους
και έκανε το πλήθος να μην μπορεί να σαλέψει.Μόνο οι σημαίες που έπαιζαν απ' τον αέρα φανέρωναν ζωή.Κάτω απ' τον ουρανό κάτι μεγάλα,βαριά γκρίζα σύννεφα συμπλήρωναν ένα κομμάτι ζωγραφιά  από πίνακα του Ιερώνυμου μπός.
Έσκυψα ν τότε μέσα τους και αναρωτήθηκαν με πίκρα.
Αραχνιάσαμε τόσους μήνες πάνω σ' αυτούς τους δρόμους διεκδικώντας τα δίκιο για τις ανάγκες που εμείς δημιουργήσαμε.
Τι κάναμε τόσα χρόνια για τα παιδιά;Εμείς ήμασταν τα πιόνια των
μεγάλων στα παιχνίδια τους.Εμείς ανεχτήκαμε το ρουσφέτι,την μίζα,το λάδωμα και τόσες άλλες πληγές που τώρα μας αιμορραγούν.Εμείς δανειστήκαμε ασύστολα για να καλύψουμε όχι την ανάγκη μας αλλά την ματαιοδοξία.Εμείς φυτέψαμε στα παιδιά μας τον  νόμο του δυνατού και την αλαζονεία του.Εμείς καταστρέψαμε κάθε τι ηθικό πάνω στο βωμό της καλοπέρασης  με το πρόσχημα εξέλιξης.Εμείς τους δώσαμε την ευχή μας να κουρελιαστούν  μπροστά σε άθλιες τηλέ-επιτροπές  αξιώνοντας ότι
μόνο τα δικά μας αξίζουν.Με το πρόσχημα τους απατήσαμε και κλέψαμε οτι μπορούσαμε για να τους εξασφαλίσουμε τον σάπιο κόσμο εξ απαλών ονύχων,που εμείς είχαμε εγκρίνει.
Εμείς,εμείς,εμείς, χιλιάδες πολιορκούσαν βουβά όλο εκείνο το πλήθος που κατσούφιαζε και ζάρωνε σιγά-σιγά από τα ένοχα ερωτηματικά  που το βασάνιζαν.
Κουρασμένοι από το βάρος  της ευθύνης άρχισαν να κάθονται κάτω στο δρόμο πιάνοντας το κεφάλι με τα δυο τους χέρια.
Όλο και βάραιναν και έσκυβαν ώσπου τα πρόσωπα τους χώθηκαν 
στην πίσα της ασφάλτου.
Δεν σάλεψε για μέρες και μήνες κανείς,περνούσαν από μέσα τους
τα αυτοκίνητα,οι παρελάσεις οι τουρίστες που τους τραβούσαν με κάτι σύγχρονες μαγνητικές μηχανές, από αυτές δείχνουν πως ήταν περίπου κάποιο αρχαίο αντικείμενο.
Πέρασαν από μέσα τους βροχές χιόνια και αστρικές καταιγίδες κι αυτοί εκεί ακίνητοι ζητώντας λύτρωση η ελευθερία.
Ώσπου ξανακούστηκε αυτή η ικετευτική φωνή  να αντηχεί μέσα τους.
Να σώσουμε τα παιδιά,να σώσουμε τα παιδιά τουλάχιστον.
Σηκώθηκαν τότε όρθιοι σε γραμμές παράταξης κι άρχισαν να φυσάνε την ξεχασμένη τους πνοή,την κοιμισμένη δύναμή τους.
Ένα αεράκι ήσυχο στην αρχή, που δυνάμωνε  και γινόταν μανιασμένος άνεμος  λίγο λίγο από 'κείνους τους ύπουλους που σε πιάνουν  στο πέλαγος και δεν γλυτώνεις.
Άρχισε να παρασύρει ότι έβρισκε στο πέρασμά του,δεν έμειναν ούτε ασπίδες,ούτε χημικά,ούτε κράνη.
Σαρώνοντας τα πάντα στο πέρασμα του άρχισε να σφυροκοπά 
αλύπητα τα καλά παράθυρα της βουλής και τους χοντρούς πέτρινους τοίχους.
Με πείσμα κατάφερε να την γκρεμίσει κάνοντας την ένα σωρό 
από ερείπια και από πάνω σαν πέπλο έπεσε η γαλανόλευκη σημαία να κρύψει το αίσχος που θύμιζε.
Μόνο το μνημείο του άγνωστου στρατιώτη έμεινε ανέπαφο και έκανε τους τόσους σκοτωμένους να ριγήσουν  από την τόση φασαρία.
Τότε σηκώθηκε ένας,ο αρχαιότερος,τίναξε από πάνω του την σκόνη της λήθης,στάθηκε μπροστά στο πλήθος και είπε δυο λόγια
που κανένα πολιτικό στόμα  δεν είπε ποτέ.
                ΠΡΟΣΚΥΝΩ   ΤΗΝ  ΦΤΏΧΕΙΑ  ΣΑΣ





       

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012

ΣΤΗΝ ΟΚΑ

Ήσουνα  νειά κι αρχόντισσα  
τώρα σε λέν' γερόντισσα
γι αυτό χτυπάν λυπητερά κι οι μπαγλαμάδες
γιατί τραγούδια ευτράπελα
πως να στο πω,ρε κάπελα
δεν πάν ποτέ με το κιλό,θέλουν οκάδες.

Πόσες φορές συντρόφισσα
με σένα εφιλοσόφησα,.
Πόσοι καημοί,πόσα σεκλέτια,πόσα πάθη
εσβήσανε σαν το'πινα
και κοίταζα τ'ανθρώπινα
απ'τα δικά σου τα ολοφώτιστα τα βάθη.

Παρέα με τη λύπη μου
και με το καρδιοχτύπι μου
έπινα απο το πνεύμα σου το θείο,
κι απ' την δουλειά σαν γλύτωνα
με το μπεκρή το γείτονα
μια οκαδίτσα κοπανούσαμε στα δύο.

Και ο καιρός σαν άλλαζε
και μέσ' τα φύλλα εστάλαζε
το τραγουδάκι μιάς βροχούλας παιχνιδιάρας,
εμείς γελώντας κλαίγαμε
και κλαίγοντας το λέγαμε
στο ρέ ματζόρε μιάς μεσόκοπης κιθάρας.

Πρίν πας να βρείς το θάνατο
και γίνεις παλιοκάνατο
θα' ρθώ το βράδυ να σε βρω,μην το ξεχάσεις,
δεν θα' ρθω πάλι μόνος μου
θά'ναι μαζί κι ο πόνος μου
με τη στερνή σου τη σταλιά να μας κεράσεις.


        ΤΙΜΟΣ    ΜΩΡΑΙΤΙΝΗΣ   [1875-1952]

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

TO ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΦΥΛΗΣ

Κάποια μέρα θά'λθω να σου στολίσω
το μέτωπο με τ'άνθη του Μαγιού
κάποιαν άνοιξη πάλι θα γυρίσω
στα αθάνατα φτερά του τραγουδιού.

Ακατάλυτο εγώ και δεν πεθαίνω
τ'ανέσπερο είμαι πνεύμα της φυλής
καιρούς και χρόνους μ'έλεγες χαμένο
με γύρεψες; Στα στήθια σου με κλείς.

Λιγόψυχος μην είσαι,δεν ταιριάζει.
Επάνωθέ μας ο ουρανός περνά;
Μιάς μπόρας είναι οι τύραννοι χαλάζι
νικήτρια η ξαστεριά παντοτινά.

Κι εκεί που λές ποιός ζωντανός πια μένει;
Τα κόκκαλα στα μνήματα βλογώ,
και να,στο φώς πετιούνται οι αντρειωμένοι.
Φώς και ζωή κι ανάσταση είμαι εγώ.


    ΑΓΓΕΛΟΣ  ΣΗΜΗΡΙΩΤΗΣ    [1870-1944]

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

ΕΞΩ

Βγείτε επιτέλους απο τα καβούκια                                                           
όσο κρατάει ο χρόνος της παράτασης
σε λίγο να το ξέρετε δεν θα υπάρχει
ούτε χώμα για να κρυφτεί τε
μέσα στην φούσκα σας κρυμμένοι
μάθατε μια ζωή να παίρνετε
και να βιάζετε τα πάντα ακόμη
κι αυτήν την έρημη γη
χωρίς ποτέ να  έχετε ακούσει
την λέξη αντιπελάργωση.

Δευτέρα 29 Αυγούστου 2011

ΛΕΥΚΟ ΣΟΣΟΝΙ

Έβαλες λευκό σοσόνι
τώρα στα γεράματα
και σαν βγήκες απ'το σπίτι
έβαλες τα κλάματα
θέλεις πάλι ν'αντικρίσεις
την παλιά σου την ζωή
όμως στο νερό που τρέχει
δεν υπάρχει επιστροφή
πήρες δρόμους κάποια νύχτα
τα σοκάκια  τα στενά
ψάχνεις μ' αγωνία πάλι
την παλιά σου γειτονιά
μα εκείνη δεν υπάρχει
σου την κάψαν τα παιδιά
καθώς 'παίζαν με μολότοφ
να ζεστάνουν την χαρά
απ' τις τόσες σου αγάπες
ούτε μια δεν στέριωσες
οτι είχες και δεν είχες
σε μια νύχτα το'δωσες
μείναν μόνο αναμνήσεις
στο συρτάρι του μυαλού
πάρτες τώρα απ'το χέρι
για να πάτε κάπου αλλού.

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2011

ΟΙ ΡΟΓΕΣ ΣΤΑ ΒΥΖΙΑ ΤΗΣ ΤΖΟΥΛΙΑΣ

Έχουν περάσει δυο η τρία χρόνια,αν θυμάμαι καλά,απο το πρώτο εκείνο περιβόητο πορνό ντι-βι-ντι της τζούλιας.Το θέμα όπως ήταν φυσικό ξεχάστηκε σιγά-σιγά,αφού έφαγαν όλοι απο ενα κομματάκι τηλεθέασης.Προχτές όμως άκουσα τυχαία δυο πιτσιρικάδες να τσακώνονται για το ποιός έχει δει το τελευταίο της.Έχω δεί το τέσσερα,έλεγε ο ένας.Έχω δεί το πέντε,έλεγε ο άλλος.Έγω εχω δεί με τους μαύρους,είπε ο πρώτος ξανά.Εγώ έχω δεί και με τους μαύρους και με τους άσπρους,απάντησε ο δεύτερος.Η διαφωνία συνεχιζόταν ενώ μπήκαν και άλλοι στην συζήτηση ο καθένας με την γνώμη του.Άιντε,σκέφτηκα,εγω πόσο πίσω εχω μείνει ακόμη στο πρώτο είμαι.Θα έχει τρελή μάσα για να συνεχίζεται η ουρά των αριθμών,σκέφτηκα.Ποιός ξέρει μπορεί και να τα εκατοστήσει.
Όμως το φαινόμενο τζούλια δεν είναι αποκλειστικότητα των χρόνων που διανύουμε,πιστεύω όλες οι εποχές είχαν την τζούλια τους.Εγω θα σας γράψω για την κάποια τζούλια του μεσαίωνα,όπως την είδε με τα δικά του  μάτια ενας ποιητής της εποχής εκείνης.


                       ΟΙ   ΡΏΓΕΣ  ΣΤΑ   ΒΥΖΙΑ   ΤΗΣ   ΤΖΟΥΛΙΑΣ
            
                Έχετε δεί με άφατη ευχαρίστηση
                κόκκινο ρόδο να προβάλλει μέσ' απο άλλο άσπρο;
                Η πάλι,ενα κεράσι τρισευλογημένο
                σε ενα κρίνο μέσα;Εκεί μές στήν καρδιά του;
                Η προσέξατε ποτέ την λάμψη
                που βγάζει μια φράουλα πνιγμένη μέσ'την κρέμα;
                Η να'δατε  ποτέ σας να κοκκινίζουνε ρουμπίνια
                μέσ' απο εξαίσια,ξωτικά,θαμπά μαργαριτάρια;
                Έτσι που λέτε,κι ίσως ακόμα πιο πολύ
                της Τζούλιας αστράφτει η ρόγα πάνω στο βυζί.

                     ROBERT  HERRICK    [1591-1674]