Παρασκευή 22 Ιουνίου 2012

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Παπά, μια κόρη αγάπησα
και  μ'αγαπούσε σαν τρελή
μια μέρα την αγκάλιασα,
πήρα το πρώτο της φιλί.
Παπά,τι συλλογάσαι.

Άν την αγάπησες πολύ,
συχωρεμένος νά'σαι.

Μια μέρα εκείνη ερίχτηκε
στην αγκαλιά μου ντροπαλή,
κι αμάρτησα κι αμάρτησε
όχι μονάχα με φιλί.
Παπά,τι συλλογάσαι.

Άν την αγάπησες πολύ,
συχωρεμένος νά'σαι.

Μια μέρα την παράτησα
την όμορφην αμαρτωλή
και δεν της ξαναζήτησα
μήτε αγκαλιά μήτε φιλί.
Παπά,τι συλλογάσαι.

Δεν την αγάπησες πολύ
καταραμένος νά'σαι.


ΙΩΑΝΝΗΣ  ΠΟΛΕΜΗΣ

   [1866-1924]



Υ.Γ.    Με όλες αυτές τις  μπούρδες που μας έχουν γεμίσει
το κεφάλι έχουμε ξεχάσει και έρωτες και αγάπες,ευκαιρία
λοιπόν να τα θυμηθούμε.

Σάββατο 16 Ιουνίου 2012


ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΕΝΕΚΕ ΕΛΓΙΝ ΣΤΟ ΚΑΘΑΡΜΑ ΑΒΒΑ ΦΟΥΡΜΟΝΤ

Τα τελευταία τριάντα χρόνια το όνομα του ξεφτίλα λόρδου Έλγιν ακούστηκε άπειρες φορές με αφορμή τον αγώνα που έχει ξεκινήσει για την επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα.Αν και ποτέ δεν πρόκειται να μας επιστραφούν,κατά καιρούς γίνονται κάποιες απελπισμένες προσπάθειες.Ελάχιστοι όμως γνωρίζουν για ένα γαλλικό τομάρι που έδρασε γύρω στο 1730 στην Μάνη και στην περιοχή της αρχαίας Σπάρτης.Χίλιες φορές χειρότερος και καταστροφικός από τον Έλγιν.
Γεννημένος το 1690,διδάχθηκε την ελληνική,την εβραίικη,και την συριακή γλώσσα.Κατόπιν το 1720 χειροτονήθηκε κληρικός και στην συνέχεια έγινε καθηγητής συριακής στο γαλλικό κολέγιο.Καθώς και διερμηνέας στην βασιλική βιβλιοθήκη.Τον Φεβρουάριο του 1728 μαζί με τον ανιψιό του φτάνουν στην Κωνσταντινούπολη προκειμένου να εφοδιαστούν με ειδικό φιρμάνι από τον σουλτάνο Αχμέτ τον Γ'.Αυτό του έδινε το δικαίωμα να ερευνήσει και να μελετήσει όσους αρχαιολογικούς χώρους ήθελε στην επικράτεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.Τον φουρμόντ έστελνε στήν Ελλάδα ο βασιλιάς Λουδοβίκος ο ΙΕ,καλός μπινές κι αυτός,με την εντολή να συλλέξει χειρόγραφα και αρχαιότητες,που θα ήταν εύκολο να μεταφερθούν στο Παρίσι.Με αυτόν τον τρόπο έγιναν τρανά πολλά μουσεία και βιβλιοθήκες στην Ευρώπη αλλά και στην Αμερική.
Πρώτος σταθμός του Γάλλου ιερωμένου ήταν η Αθήνα όπου και διέμεινε πέντε μήνες,κατόπιν πέρασε στήν Πελοπόννησο.Αφού ξεσήκωσε οτι μπορούσε απο την Κόρινθο,την Αργολίδα,την Αρκαδία και την Αχαία κατέληξε στήν Μεσσηνία.Είχε μαζί του το μουσουλμανικό φιρμάνι επειδή όμως στην Μάνη υπήρχαν δυνατοί καπεταναίοι,σκέφτηκε οτι θα ήταν καλύτερο να τούς καλοπιάσει.Τούς έστειλε λοιπόν ενα γράμμα αν μπορούσε να επισκεφτεί την περιοχή τους και εκείνοι τον δέχτηκαν.Κρατώντας τον Παυσανία στο χέρι δήλωνε λάτρης του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού,έτσι τον καλοδέχτηκαν και του έδωσαν το ελεύθερο να κινείται όπου θέλει.Έφτασε στόν Μιστρά και ξεκίνησε το ψάξιμο.Σε ενα μεσαιωνικό τείχος ανακάλυψε ενεπίγραφες αρχαίες πλάκες και αμέσως προσέλαβε εργάτες και άρχισαν το ξήλωμα.Έπειτα ανακάλυψε στο τείχος των Παλαιολόγων είκοσι ενεπίγραφους λίθους οι οποίοι είχαν την ίδια τύχη,τώρα οι εργάτες που είχε μισθώσει έφταναν τούς πενήντα.Επί 53 συνεχώς ημέρες δέν άφησε στήν κυριολεξία λίθον επί λίθου,στον Μιστρά,στήν Σπάρτη και στις Αμύκλες.Σκάβοντας και γκρεμίζοντας ανακάλυψε περί τις 300 επιγραφές τις οποίες αντέγραψε και διάφορα ανάγλυφα,αναθήματα και μικροτεχνήματα τα οποία πήρε στήν πατρίδα του.Πολλές φορές έφτανε σε σημείο να καταστρέφει εντελώς κάποια αρχαία τείχη η οικοδομήματα προκειμένου να πάρει αυτό που ήθελε.Απο κάποιο σημείο και μετά έγινε ΄βάναυσος,κατεδαφίζοντας οτι αρχαιοπρεπές έβρισκε μπροστά του και το εκπληκτικό είναι οτι καυχιόνταν για τούς βανδαλισμούς.Χωρίς δείγμα ντροπής έγραφε σε κάποιον φίλο του φρενέ τον Απρίλιο του 1730.
Τα ισοπέδωσα όλα,τα ξεθεμελίωσα όλα,εδώ και ενα μήνα συνεργεία απο 30 και 40 εργάτες γκρεμίζουν,καταστρέφουν και εξολοθρεύουν την Σπάρτη,για να είμαι ειλικρινής και εγώ απορώ με αυτήν την εκστρατεία,κανείς ως τώρα δεν είχε αποφασίσει να κάνει κάτι τέτοιο.Μέχρι τώρα όλοι έβλεπαν,θαύμαζαν αλλά κανείς κατέστρεφε,δεν ξέρω αν υπάρχει πράγμα πιο ικανό να δοξάσει μια αποστολή απο το να σκορπίσεις στους ανέμους την στάχτη του Αγησιλάου.Οι Αμύκλες είναι πολύ κοντά για να αντισταθώ στον πειρασμό,έστειλα εργάτες να γκρεμίσουν τα λείψανα του περίφημου ναού του Απόλλωνα,φανταστείτε την χαρά μου.Αν είχα άνεση χρόνου  θα πήγαινα στήν Μαντινεία,στο παλλάδιον,στήν Τεγέα,έχω την δύναμη να φέρω ανω κάτω ολα αυτά τα μέρη.
Δύο εβδομάδες αργότερα έγραφε στόν πρεσβευτή της Γαλλίας στήν Κωνσταντινούπολη για να δικαιολογήσει τους βανδαλισμούς.
Βρίσκομαι σε έναν φοβερό τόπο στην περίφημη Μάνη,κακός λαός κι είμαι ευτυχής που γλίτωσα..Φεύγω απο την βάρβαρη πατρίδα τούς χωρίς να αποκομίσω τίποτα αξιόλογο για τα έξοδά μου τουλάχιστον.Για να ξεσπάσω,για να εκδικηθώ αυτο το σκυλολόι,ρίχτηκα πάνω στίς αρχαιότητες,την έσβησα την ανασκάλεψα,την ξεθεμελίωσα δεν έμεινε τίποτα απο την πόλη των προγόνων τούς.Οτι είχε γλυτώσει απο τις θεομηνίες τόσων αιώνων το αποτελείωσα εγώ και είμαι περήφανος που είμαι ο πρώτος που το τόλμησα,ούτε οι Βενετοί ούτε οι Τούρκοι είχαν απλώσει χέρι,είμαι χειρότερος κι απο τον Αλάριχο.
Σε μια άλλη επιστολή στόν καρδινάλιο Φλερύ γράφει άλλους λόγους για τις καταστροφές.
Σεβασμιότατε ήρθα εδω για την ανακάλυψη παλαιών χειρογράφων αλλα δεν βρήκα τίποτα,αυτά τα παιδιά της Λακεδαίμονος δεν κράτησαν τίποτα απο τούς προγόνους τούς,μόνο την αγάπη για την ελευθερία και την μανία του πολέμου.Το ονειρό τους είναι να αποκτήσουν όπλα,τα βιβλία τα χρησιμοποιούν για τα φισέκια τους.Έριξα λοιπόν την θλίψη μου επάνω στις αρχαιότητες που κατά την γνώμη μου έκρυβαν θησαυρούς για τα γράμματα,βρέθηκαν κίονες,ανάβαθρα,ενεπίγραφες μετώπες,να τα αφήσω για άλλους.Κατέστρεψα τα λείψανα αυτής της υπέροχης πολιτείας,εχω όμως τον τρόπο να την αναστήσω στο πνεύμα των ανθρώπων ακόμη και των πιό μακρινών γενεών,έχοντας καταρτίσει καταλόγους των ιερών και των ιερειών της.
Ο φουρμόντ ίσως να είχε διατελέσει μεγάλο έργο καταγράφοντας όλες εκείνες τις αρχαίες επιγραφές,το μυαλό του όμως ήταν σαλεμένο απο την μεγάλη διαμάχη που υπήρχε την εποχή εκείνη μεταξύ της Αγγλίας και της Γαλλίας για την απόκτηση ολο και περισσοτέρων αρχαιοτήτων.
Χαρακτηριστικό του κλίματος που επικρατούσε είναι ενα απόσπασμα απο γράμμα του στόν Ιταλό μισσιονάριο Ντομένικο ντελλαρόκα.
Δεν άφησα λίθον επί λίθου,βρίσκομαι σε παραλήρημα χαράς που κατόρθωσα να καταστρέψω ολότελα αυτές της ξακουστές πολιτείες,έτσι όπως γίνεται σε πόλεμο,το έκανα για την Γαλλία,για την αυτού εξοχότητα.
Ετσι ο φουρμόντ αφού κατέγραφε τις επιγραφές έβαζε εργάτες και με το καλέμι έσβηναν τα γράμματα,σε σημείο να είναι αδύνατο να διαβαστούν.Παρά πολλά έγιναν κομμάτια λόγω της αδυναμίας του να τα μεταφέρει.Η διαμάχη των δύο αυτών κρατών έφτανε σε ακρότητες οπως στήν δήλο το1639 όταν Άγγλοι και Γάλλοι μοίρασαν το κεφάλι του Απόλλωνα,πριονίζοντας το κάθετα,απο το μέτωπο ως το πηγούνι.Φυσικά ο φουρμόντ είχε σαλέψει ευρισκόμενος στήν πρώτη γραμμή αυτής της αντιπαράθεσης.
Και φυσικά δεν ήταν ο μόνος βάνδαλος που έδρασε η θα δράσει στον ελληνικό χώρο.

Σήμερα σερνόμαστε πίσω απ τον κάθε λογής ευρωπαίο για να μας σώσει απο την δήθεν κρίση,φαίνεται οτι η ιστορία δεν μας διδάσκει τίποτα.Σερνόμαστε λοιπόν πίσω απο γερμανούς απο γάλλους η άγγλους μήπως τραβήξουνε λίγο παραπάνω την  οικονομία μας να μεγαλώσει και ξεχνάμε οτι στίς  δύσκολες στιγμές εκείνοι καραδοκούσαν να αρπάξουν τα κομμάτια μας.Η Ελλάδα είναι φτιαγμένη απο τον Θεό η την φύση να δίνει πάντοτε και σήμερα έχει να δώσει περισσότερα.Αλλά οχι για τούς άλλους.
Η ΕΛΛΑΔΑ ΠΛΕΟΝ ΔΕΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ

                        ΑΣ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΜΕ ΠΙΣΩ


Υ.Γ.  Στις αυριανές  εκλογές ας σκεφτούμε όλοι ποιοι είναι
οι φίλοι μας και αν υπάρχουν.

Πέμπτη 31 Μαΐου 2012

ΜΑΝΑ ΕΞ ΟΥΡΑΝΟΥ

Αν  μας χαρίσουν το Χριστό
θα τον σταυρώσουμε
Αν μας τον κλέψουν
θα σταυρωθούμε.

Γεύση γλυκεία με μυρωδιά από κόπο
έχει μόνο ότι από μέσα μας ζυμώνουμε
Ευλογημένο καθημερινό Χριστόψωμο
που με το είναι μας σε σταυροβελονιά κεντάμε.

Και δεν μας λείπει,αφού
σαν μάνα εξ ουρανού τ'αναπληρώνουμε
ούτε ζωή,μας περισσεύει προς Θεού
για να πετάμε.



             ΚΑΛΛΙΟΠΗ    ΤΣΙΚΗ - ΜΠΙΜΠΑΣΗ.  Ν.Υ.

Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Τα παιδιά,τα παιδιά,να σώσουμε τουλάχιστον τα παιδιά,φώναξε κάποιος μέσα απ' το πλήθος και το έκανε να σωπάσει.Σ' όλους τους δρόμους χύθηκε  μια ησυχία που το μαζεμένο εδώ και μήνες πλήθος έξω από την βουλή,είχε σχεδόν ξεχάσει.
Να σώσουμε τα παιδιά......ήρθε ο αντίλαλος από τους κάτω   δρόμους
και έκανε το πλήθος να μην μπορεί να σαλέψει.Μόνο οι σημαίες που έπαιζαν απ' τον αέρα φανέρωναν ζωή.Κάτω απ' τον ουρανό κάτι μεγάλα,βαριά γκρίζα σύννεφα συμπλήρωναν ένα κομμάτι ζωγραφιά  από πίνακα του Ιερώνυμου μπός.
Έσκυψα ν τότε μέσα τους και αναρωτήθηκαν με πίκρα.
Αραχνιάσαμε τόσους μήνες πάνω σ' αυτούς τους δρόμους διεκδικώντας τα δίκιο για τις ανάγκες που εμείς δημιουργήσαμε.
Τι κάναμε τόσα χρόνια για τα παιδιά;Εμείς ήμασταν τα πιόνια των
μεγάλων στα παιχνίδια τους.Εμείς ανεχτήκαμε το ρουσφέτι,την μίζα,το λάδωμα και τόσες άλλες πληγές που τώρα μας αιμορραγούν.Εμείς δανειστήκαμε ασύστολα για να καλύψουμε όχι την ανάγκη μας αλλά την ματαιοδοξία.Εμείς φυτέψαμε στα παιδιά μας τον  νόμο του δυνατού και την αλαζονεία του.Εμείς καταστρέψαμε κάθε τι ηθικό πάνω στο βωμό της καλοπέρασης  με το πρόσχημα εξέλιξης.Εμείς τους δώσαμε την ευχή μας να κουρελιαστούν  μπροστά σε άθλιες τηλέ-επιτροπές  αξιώνοντας ότι
μόνο τα δικά μας αξίζουν.Με το πρόσχημα τους απατήσαμε και κλέψαμε οτι μπορούσαμε για να τους εξασφαλίσουμε τον σάπιο κόσμο εξ απαλών ονύχων,που εμείς είχαμε εγκρίνει.
Εμείς,εμείς,εμείς, χιλιάδες πολιορκούσαν βουβά όλο εκείνο το πλήθος που κατσούφιαζε και ζάρωνε σιγά-σιγά από τα ένοχα ερωτηματικά  που το βασάνιζαν.
Κουρασμένοι από το βάρος  της ευθύνης άρχισαν να κάθονται κάτω στο δρόμο πιάνοντας το κεφάλι με τα δυο τους χέρια.
Όλο και βάραιναν και έσκυβαν ώσπου τα πρόσωπα τους χώθηκαν 
στην πίσα της ασφάλτου.
Δεν σάλεψε για μέρες και μήνες κανείς,περνούσαν από μέσα τους
τα αυτοκίνητα,οι παρελάσεις οι τουρίστες που τους τραβούσαν με κάτι σύγχρονες μαγνητικές μηχανές, από αυτές δείχνουν πως ήταν περίπου κάποιο αρχαίο αντικείμενο.
Πέρασαν από μέσα τους βροχές χιόνια και αστρικές καταιγίδες κι αυτοί εκεί ακίνητοι ζητώντας λύτρωση η ελευθερία.
Ώσπου ξανακούστηκε αυτή η ικετευτική φωνή  να αντηχεί μέσα τους.
Να σώσουμε τα παιδιά,να σώσουμε τα παιδιά τουλάχιστον.
Σηκώθηκαν τότε όρθιοι σε γραμμές παράταξης κι άρχισαν να φυσάνε την ξεχασμένη τους πνοή,την κοιμισμένη δύναμή τους.
Ένα αεράκι ήσυχο στην αρχή, που δυνάμωνε  και γινόταν μανιασμένος άνεμος  λίγο λίγο από 'κείνους τους ύπουλους που σε πιάνουν  στο πέλαγος και δεν γλυτώνεις.
Άρχισε να παρασύρει ότι έβρισκε στο πέρασμά του,δεν έμειναν ούτε ασπίδες,ούτε χημικά,ούτε κράνη.
Σαρώνοντας τα πάντα στο πέρασμα του άρχισε να σφυροκοπά 
αλύπητα τα καλά παράθυρα της βουλής και τους χοντρούς πέτρινους τοίχους.
Με πείσμα κατάφερε να την γκρεμίσει κάνοντας την ένα σωρό 
από ερείπια και από πάνω σαν πέπλο έπεσε η γαλανόλευκη σημαία να κρύψει το αίσχος που θύμιζε.
Μόνο το μνημείο του άγνωστου στρατιώτη έμεινε ανέπαφο και έκανε τους τόσους σκοτωμένους να ριγήσουν  από την τόση φασαρία.
Τότε σηκώθηκε ένας,ο αρχαιότερος,τίναξε από πάνω του την σκόνη της λήθης,στάθηκε μπροστά στο πλήθος και είπε δυο λόγια
που κανένα πολιτικό στόμα  δεν είπε ποτέ.
                ΠΡΟΣΚΥΝΩ   ΤΗΝ  ΦΤΏΧΕΙΑ  ΣΑΣ





       

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012

ΣΤΗΝ ΟΚΑ

Ήσουνα  νειά κι αρχόντισσα  
τώρα σε λέν' γερόντισσα
γι αυτό χτυπάν λυπητερά κι οι μπαγλαμάδες
γιατί τραγούδια ευτράπελα
πως να στο πω,ρε κάπελα
δεν πάν ποτέ με το κιλό,θέλουν οκάδες.

Πόσες φορές συντρόφισσα
με σένα εφιλοσόφησα,.
Πόσοι καημοί,πόσα σεκλέτια,πόσα πάθη
εσβήσανε σαν το'πινα
και κοίταζα τ'ανθρώπινα
απ'τα δικά σου τα ολοφώτιστα τα βάθη.

Παρέα με τη λύπη μου
και με το καρδιοχτύπι μου
έπινα απο το πνεύμα σου το θείο,
κι απ' την δουλειά σαν γλύτωνα
με το μπεκρή το γείτονα
μια οκαδίτσα κοπανούσαμε στα δύο.

Και ο καιρός σαν άλλαζε
και μέσ' τα φύλλα εστάλαζε
το τραγουδάκι μιάς βροχούλας παιχνιδιάρας,
εμείς γελώντας κλαίγαμε
και κλαίγοντας το λέγαμε
στο ρέ ματζόρε μιάς μεσόκοπης κιθάρας.

Πρίν πας να βρείς το θάνατο
και γίνεις παλιοκάνατο
θα' ρθώ το βράδυ να σε βρω,μην το ξεχάσεις,
δεν θα' ρθω πάλι μόνος μου
θά'ναι μαζί κι ο πόνος μου
με τη στερνή σου τη σταλιά να μας κεράσεις.


        ΤΙΜΟΣ    ΜΩΡΑΙΤΙΝΗΣ   [1875-1952]

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

TO ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΦΥΛΗΣ

Κάποια μέρα θά'λθω να σου στολίσω
το μέτωπο με τ'άνθη του Μαγιού
κάποιαν άνοιξη πάλι θα γυρίσω
στα αθάνατα φτερά του τραγουδιού.

Ακατάλυτο εγώ και δεν πεθαίνω
τ'ανέσπερο είμαι πνεύμα της φυλής
καιρούς και χρόνους μ'έλεγες χαμένο
με γύρεψες; Στα στήθια σου με κλείς.

Λιγόψυχος μην είσαι,δεν ταιριάζει.
Επάνωθέ μας ο ουρανός περνά;
Μιάς μπόρας είναι οι τύραννοι χαλάζι
νικήτρια η ξαστεριά παντοτινά.

Κι εκεί που λές ποιός ζωντανός πια μένει;
Τα κόκκαλα στα μνήματα βλογώ,
και να,στο φώς πετιούνται οι αντρειωμένοι.
Φώς και ζωή κι ανάσταση είμαι εγώ.


    ΑΓΓΕΛΟΣ  ΣΗΜΗΡΙΩΤΗΣ    [1870-1944]

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

ΕΞΩ

Βγείτε επιτέλους απο τα καβούκια                                                           
όσο κρατάει ο χρόνος της παράτασης
σε λίγο να το ξέρετε δεν θα υπάρχει
ούτε χώμα για να κρυφτεί τε
μέσα στην φούσκα σας κρυμμένοι
μάθατε μια ζωή να παίρνετε
και να βιάζετε τα πάντα ακόμη
κι αυτήν την έρημη γη
χωρίς ποτέ να  έχετε ακούσει
την λέξη αντιπελάργωση.